αμάζευτος

(και αμάζωχτος και αμάζωτος), -η, -ο [μαζεύω]
αυτός που δεν μαζεύεται ή δεν μαζεύτηκε και ειδικά: 1. (για καρπούς, άνθη κ.λπ.) αυτός που δεν έχει συλλέγει, ο ασυγκόμιστος
2. αυτός που δεν στοιβάχθηκε, ασώρευτος, αστοίβαχτος
3. για το σπίτι κυρίως) αυτός που δεν τακτοποιήθηκε, ασυμμάζευτος, ατακτοποίητος
4. αδίπλωτος, ατύλιχτος
5. (για πρόσωπα) α) αυτός που δεν συναθροίστηκε, δεν συγκεντρώθηκε, ο ασυνάθροιστος
β) αυτός που δεν συμμαζεύεται, δεν περιορίζεται, άσωτος, ρέμπελος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αμάζευτος, -η, -ο — και αμάζω(χ)τος, η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δε μαζεύτηκε, δε συγκομίστηκε: Το κρύο είχε δυναμώσει, και τις ελιές τις είχαν αμάζευτες. 2. αυτός που δε συμμαζεύεται, που γυρίζει εδώ κι εκεί: Ήταν άνθρωπος αμάζευτος, γι αυτό δεν έκαμε προκοπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμάζευτος — [амазэфгос] εκ. несобранный, неубранный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άδρεπτος — η, ο (Α ἄδρεπτος, ον) [δρέπω] αυτός που δεν τόν περισυνέλεξαν, άκοπος, ατρύγητος, αμάζευτος …   Dictionary of Greek

  • άμαστος — (I) η, ο (Α ἄμαστος, ον) [μαστός] αυτός που δεν έχει μαστούς. (II) η, ο αυτός που δεν μαζεύτηκε, ο αμάζευτος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + μάζω «μαζεύω», αόρ. έμασα] …   Dictionary of Greek

  • άφθαστος — και άφταστος, η, ο 1. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί να φθάσει ή να προλάβει κανείς λόγω της ταχύτητάς του 2. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να φθάσει λόγω του ύψους («άστρο άφταστο») 3. (για καρπούς που μαζεύονται με τα χέρια) ο αμάζευτος 4.… …   Dictionary of Greek

  • αμάζωτος — η, ο βλ, αμάζευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + μαζωτός < μαζώνω] …   Dictionary of Greek

  • αμάζωχτος — η, ο βλ. αμάζευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + μαζωχτός < μαζώχνω, παράλλ. τ. τού ρήμ. μαζώνω] …   Dictionary of Greek

  • ασυγκέντρωτος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει συγκεντρωθεί, ο αμάζευτος 2. εκείνος που δεν συγκεντρώνει την προσοχή του σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • ασυγκόμιστος — η, ο (Α ἀσυγκόμιστος, ον) [συγκομίζω] ο αμάζευτος …   Dictionary of Greek

  • ασυμμάζευτος — και μάζωχτος και μαζωτος, η, ο 1. αμάζευτος, ασύναχτος 2. ακατάστατος, απεριποίητος, ασυγύριστος 3. αυτός που δεν μπορεί να περιοριστεί, ο ασυγκράτητος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.